Κων/να Μπότσιου: «Μία κρυστάλλινη μπάλα για την Ουκρανία» [Το ΒΗΜΑ, 28/12/2025]

Disclaimer: All opinions and arguments expressed by CFIR-GR are personal and do not necessarily reflect those of the organization.
Τη διεθνή επικαιρότητα και ειδικότερα τη χθεσινή συνάντηση Τραμπ – Ζελένσκι αλλά και το πως αναμένετε να εξελιχθούν τα πράγματα από εδώ και πέρα, κλήθηκε να σχολιάσει στην εκπομπή «Ναι, μεν Αλλά» με τους Ευαγγελία Μπαλτατζή και Δημήτρη Τάκη, ο Αθανάσιος Πλατιάς, ομότιμος καθηγητής Στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και πρόεδρος του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων.
Ο κ. Πλατιάς υπογράμμισε “Δεν βγήκε λευκός καπνός και δεν θα μπορούσε να βγει λευκός καπνός γιατί πρέπει ό, τι συζητήσουν οι Αμερικάνοι με τους Ουκρανούς να το δεχτούν και οι Ρώσοι. Άρα, αυτή τη στιγμή δεν έχει βγει λευκός καπνός το να συμφωνήσουν σε κοινή θέση οι Αμερικάνοι και οι Ουκρανοί. Και πέρα από το κλίμα του στυλ ότι 90 με 95 % τα έχουμε βρει, εγώ δεν βλέπω καμία πρόοδο. Και θα σας εξηγήσω γιατί: Το βασικό αίτημα της Ουκρανίας ήταν να μπει στο ΝΑΤΟ. Αυτό αποκλείστηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες με κατηγορηματικό τρόπο. Είναι γραμμένο και στην καινούργια στρατηγική εθνικής ασφάλειας ότι το ΝΑΤΟ σταματάει την προς ανατολάς επέκταση και τη γενικότερη επέκτασή του. Άρα λοιπόν, έχει κλείσει το παράθυρο να ενταχθεί η Ουκρανία στο ΝΑΤΟ, κάτι το οποίο αποτελούσε βασική θέση της Ρωσίας. Η Ουκρανία τη στιγμή που έχει καταλάβει αυτό, ζητάει εγγυήσεις ασφαλείας τύπου άρθρο 5, δηλαδή, να μπει στο ΝΑΤΟ από την πίσω πόρτα. Αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό ούτε από τους Αμερικανούς, ούτε από τους Ρώσους“.
Και συμπλήρωσε “(…). Αν ο Πούτιν εμφανίσει νίκη, είναι προφανώς ήττα για την Ουκρανία. Στην πράξη δηλαδή, είναι ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος. Ό,τι κερδίζει ο ένας το χάνει ο άλλος. Η Ουκρανία προσπαθεί τώρα να αλλάξει το διαπραγματευτικό πλαίσιο που συμφωνήθηκε μεταξύ Ρώσων και Αμερικανών που ήταν η παραχώρηση του Ντονμπάς και ως αντάλλαγμα η Ρωσία θα έκανε κάτι μικρό παραχωρήσεις σε περιοχές που κατέχει σε άλλα σημεία”.
Μεταξύ άλλων, επισήμανε “Η δική μου αίσθηση είναι ότι ο πραγματικός στόχος της επίσκεψης Ζελένσκι στον Τραμπ δεν ήταν όλα αυτά που συζητάμε. Ο πραγματικός λόγος ήταν για να πιέσει τον Τραμπ να ασκήσει κυρώσεις και άλλες πιέσεις στη Ρωσία, όπως επίσης, να ενισχύσει στρατιωτικά την Ουκρανία, να αλλάξουν οι συνθήκες, το έδαφος μετά από μεγάλο διάστημα που θα έχει αποδυναμωθεί η Ρωσία και θα έχει ενισχυθεί η Ουκρανία, ώστε η Ουκρανία να μπει αργότερα σε διαπραγματεύσεις κάτω από καλύτερους όρους, κάτι (αυτό που μόλις είπα) είναι και η στρατηγική των Ευρωπαίων (…)”.
Και πρόσθεσε “Οι Μεγάλες Δυνάμεις και κυρίως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα και η Ρωσία έχουν πυρηνικά όπλα. Συνεπώς, όπως έδειξε και ο πόλεμος στην Ουκρανία, η υποστήριξη που έδωσε η Δύση και οι Ηνωμένες Πολιτείες στην Ουκρανία είχε κάποιο όριο, στο μέτρο που δεν ενεπλάκησαν οι ίδιες στρατιωτικά ή και το ΝΑΤΟ στρατιωτικά. Αυτό γιατί; Διότι, αν επρόκειτο να εμπλακούν, θα υπήρχε κλιμάκωση σε πόλεμο Ρωσίας – Ηνωμένων Πολιτειών, το οποίο θα μπορούσε να κλιμακωθεί σε πυρηνικό πόλεμο με καταστροφή της ανθρωπότητας. Το ίδιο ισχύει και για τις συγκρούσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με την Κίνα, είτε αυτές έχουν να κάνουν με την Ταϊβάν ή έχουν να κάνουν με την Νοτιοανατολική Σινική. Την στιγμή λοιπόν, που ο απευθείας πόλεμος μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων αποκλείεται (και αυτό αν θέλετε, φάνηκε και στην τελευταία Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών που δημοσιεύτηκε στις αρχές Δεκεμβρίου), οι ΗΠΑ θέλουν ουσιαστικά να μειώσουν τον ανταγωνισμό, το γεωπολιτικό που μπορεί να οδηγήσει σε κλιμάκωση και με τη Ρωσία και την Κίνα. Όμως, ο ανταγωνισμός δεν μπορεί να εκλείψει και θα γίνει με άλλα μέσα. Άρα, ουσιαστικά θα έχουμε συνέχεια του πολέμου με άλλα μέσα. Τα άλλα μέσα ποια θα είναι; Οτιδήποτε συνδέει τις τρεις αυτές χώρες που κάτω από συνθήκες παγκοσμιοποίησης υπήρχαν αρκετές διασυνδέσεις, κυρίως μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας. Και αυτό γίνεται όπλο. Άρα, όπλο γίνεται το εμπόριο, τεχνολογία, υποδομές, ενέργεια (…)”.
Ακούστε τη συνέντευξη εδώ: https://www.ertnews.gr/roi-idiseon/ath-platias-sto-ertnews-radio-105-8-den-vlepo-proodo-gia-eirini-stin-oukrania/
Πρώτη δημοσίευση: https://www.tanea.gr/print/2025/11/08/opinions/to-geopolitiko-dna-tis-germano-tourkikis-proseggisis/
Η πρόσφατη επίσκεψη του καγκελαρίου Φρίντριχ Μέρτς στην Αγκυρα επιβεβαίωσε τη διαχρονικά στενή σχέση Γερμανίας και Τουρκίας, αποκαλύπτοντας παράλληλα τη στρατηγική σύγκλιση δύο κρατών που επιχειρούν να αναδιατάξουν το ευρωπαϊκό πλαίσιο ασφάλειας, ερήμην ή εις βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου.
Οι δύο αυτές χώρες διατηρούν μια ιδιότυπη γεωπολιτική συγγένεια, η οποία υπερβαίνει τις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες. Πρόκειται για δύο ηπειρωτικές δυνάμεις με ευρασιατικό προσανατολισμό, που αντιλαμβάνονται την ισχύ μέσα από τον έλεγχο του στρατηγικού βάθους και όχι μέσα από τη θαλάσσια κυριαρχία. Αυτό το κοινό γεωπολιτικό DNA (που ανάγεται ήδη στην εποχή του Κάιζερ) εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την επιμονή του Βερολίνου να διατηρεί ανοιχτό δίαυλο με την Αγκυρα, ακόμη κι όταν αυτή ακολουθεί πολιτικές ασύμβατες με τις ευρωπαϊκές αξίες ή τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η συνάντηση Μερτς – Ερντογάν είχε διττό περιεχόμενο, οικονομικό και διπλωματικό. Η Γερμανία αντιμετωπίζει σήμερα ισχυρές υφεσιακές πιέσεις, αποτέλεσμα της ενεργειακής αναδιάρθρωσης και της αμερικανικής επιβολής δασμών. Η αναζωογόνηση της αμυντικής βιομηχανίας αποτελεί κρίσιμο ζητούμενο για το Βερολίνο, και η Τουρκία, μια αγορά 85 εκατομμυρίων ανθρώπων και ενεργός αγοραστής οπλικών συστημάτων, προσφέρει αξιόπιστη διέξοδο. Από την πλευρά της, η Αγκυρα, αποκλεισμένη από το πρόγραμμα των F-35, επιδιώκει την αναβάθμιση του οπλοστασίου της έως την πλήρη επιχειρησιακή ετοιμότητα του εγχώριου μαχητικού KAAN.
Πέρα από την οικονομία, όμως, η συνάντηση ανέδειξε τον πολιτικό ρεαλισμό που καθορίζει τη σχέση των δύο χωρών. Οταν ο Μερτς υπενθύμισε τα κριτήρια της Κοπεγχάγης, ο Ερντογάν απάντησε πως για την Τουρκία υπάρχουν «τα κριτήρια της Αγκυρας». Η φράση αυτή συμπυκνώνει το βαθύτερο υπόβαθρο της συνάντησης: τη συμβολική νομή δύο περιφερειακών υποσυστημάτων εντός του δυτικού συνασπισμού. Η Γερμανία, μέσω της ευρωπαϊκής θεσμικής ισχύος, την οποία εκφράζει σχεδόν εξ ολοκλήρου, επιχειρεί να διατηρήσει τον έλεγχο στην Ευρώπη και τη Δυτική Μεσόγειο· η Τουρκία, μέσω της νεο-οθωμανικής στρατηγικής της, επεκτείνει την επιρροή της στη Μέση Ανατολή, την Κεντρική Ασία και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην αμφισημία ή την ανοχή. Αν όμως αυτό επιλέξουν οι εταίροι μας, τότε η Ελλάδα δεν δικαιολογείται να παρακολουθεί αδρανής μια νέα ευρασιατική ισορροπία που διαμορφώνεται ερήμην της.
Καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες αποσύρονται σταδιακά από την περιοχή κι επικεντρώνονται στην Κίνα και περιορίζουν τη φυσική τους παρουσία στην Ευρώπη, το γεωπολιτικό κενό αναλαμβάνουν να καλύψουν οι «υφιστάμενοί» τους στην περιοχή. Η Γερμανία και η Τουρκία επιδιώκουν να διαμορφώσουν αυτό το νέο ευρασιατικό περιβάλλον προς όφελός τους, στον βαθμό ασφαλώς που δεν διαταράσσουν τις συστημικές ισορροπίες.
Η Ελλάδα και η Κύπρος βρίσκονται στο σημείο τομής αυτών των υποσυστημάτων και οφείλουν να το αναγνωρίσουν. Η πολιτική κατευνασμού απέναντι στην Αγκυρα, η αναντίρρητη ευθυγράμμιση με τις γερμανικές προτεραιότητες και η αποδοχή διμερών ρυθμίσεων εκτός ευρωπαϊκού πλαισίου, υπονομεύουν την αποτελεσματικότητα της εξωτερικής πολιτικής και εν τέλει τα εθνικά συμφέροντα. Οι ελληνοτουρκικές διαφορές δεν έχουν μόνο διμερή διάσταση· είναι ευρωπαϊκό ζήτημα ασφάλειας και κυριαρχίας και όσο η Αθήνα συνεχίζει να «εκπλήσσεται» από την αυξανόμενη Ευρω-τουρκική προσέγγιση, θα αναπαράγει απλώς τα ίδια αδιέξοδα.