Members' Blog

The Council of Foreign Relations - Greece, is an organization founded by 60 leading academics, specializing in international relations, economics, institutions and politics.

 

Disclaimer: All opinions and arguments expressed by CFIR-GR are personal and do not necessarily reflect those of the organization. 

Συνέντευξη στον Γιάννη Θεοδόση, Αθήνα 9,84, εκπομπή «Και Γύρω Γύρω Πόλη», 24 Ιαν. 2026, 09.15 
 
Γιάννης Θεοδόσης: Λοιπόν, πάμε γρήγορα-γρήγορα κυρίες και κύριοι να καλωσορίσουμε στην παρέα μας τον καθηγητή στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, τον κύριο Χρήστο Χατζηεμμανουήλ. Είναι στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής μας γραμμής. Κύριε καθηγητά, καλή σας ημέρα, καλό Σαββατοκύριακο. 
 
Χρήστος Χατζηεμμανουήλ: Καλημέρα, κύριε Θεοδόση, καλημέρα στους ακροατές. 
 
Γιάννης Θεοδόσης: Χαίρομαι που σας ακούω. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για την για την αποδοχή της πρόσκλησης. 
 
Χρήστος Χατζηεμμανουήλ: Χαρά μου είναι…
Θα πάμε στα αποτελέσματα της συνόδου κορυφής. Θα ήθελα, όμως, πριν τη γνώμη σας, τη σκέψη σας για τις συνομιλίες που συνεχίζονται σήμερα στο Abu Dhabi μεταξύ Αμερικανών, Ρώσων και Ουκρανών, και για το εάν εκτιμάτε ότι τώρα πια μπορούμε να πούμε ότι είμαστε κοντά σε μία συμφωνία για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Ή είναι νωρίς ακόμη κάτι τέτοιο;
 
Χρήστος Χατζηεμμανουήλ: Κοιτάξτε, κοντύτερα από όλα τα προηγούμενα διαστήματα. Βεβαίως, όσο οι Ουκρανοί αρνούνται να παραχωρήσουν το υπόλοιπο Ντονμπάς στους Ρώσους, πιστεύω ότι η αντιπαράθεση θα συνεχίζεται. Πόσω μάλλον που οι Ρώσοι, παρ’ ότι κινούνται με πολύ αργούς ρυθμούς, έχουν το πάνω χέρι σε αυτή την αντιπαράθεση και εξακολουθούν να καταλαμβάνουν κάθε μέρα και λίγο ακόμη μεγαλύτερο μέρος του Ντονμπάς. Από την άλλη πλευρά, βλέπετε ότι οι Αμερικανοί, όπως προέκυψε, προσφέρουν, αν θέλετε, το βραβείο της παρηγοριάς στου Ουκρανούς υπό τη μορφή ενδεχόμενης οικονομικής βοήθειας, αν συμφωνήσουν να αποσυρθούν και να κλείσει το ζήτημα. Και ενδεχομένως οι ίδιοι οι Ουκρανοί να είναι περισσότερο εξαντλημένοι. Συνεπώς, ναι, πιστεύω ότι είμαστε πιο κοντά στο να κλείσει αυτή η αντιπαράθεση, αυτός ο πόλεμος με τον έναν τρόπο ή τον άλλο.
 
Γιάννης Θεοδόσης: Οι Ευρωπαίοι που είναι σε όλο αυτό; 
 
Χρήστος Χατζηεμμανουήλ: Οι Ευρωπαίοι σε αυτό πρέπει να σας πω ότι, κατά την άποψή μου, δεν έπαιξαν καλά τα χαρτιά τους και δεν βοήθησαν καν στην επίλυση της κρίσεως. Προσπάθησαν να σαμποτάρουν ουσιαστικά τις αμερικανικές πρωτοβουλίες, παρεμβαίνοντας την τελευταία στιγμή για να στηρίξουν την Ουκρανία, με ενδεχόμενη κατάσχεση των χρημάτων της Ρωσικής Κεντρικής Τράπεζας, τα οποία έχουν παγώσει σε ευρωπαϊκούς λογαριασμούς. Αυτό δεν δούλεψε. Εντούτοις, το ερώτημα δεν είναι αν δούλεψε ή δεν δούλεψε αυτό. Το ερώτημα είναι, εάν δεν μπορείς να πιέσεις στην κατεύθυνση μιας οποιασδήποτε, ώστε κακής, ειρήνης, πώς από την άλλη πλευρά μπορείς να κερδίσεις έναν πόλεμο. Και ως προς αυτό οι Ευρωπαίοι δεν είχαν κάτι να πουν! Δηλαδή, συνέβαλαν στο να συνεχίζεται ο πόλεμος, χωρίς όμως να έχουν αυτό που λέμε «θεωρία νίκης», [θεωρία για το] πώς κερδίζεις τον πόλεμο. 
 
Γιάννης Θεοδόσης: Μάλιστα! Πάμε στο τελευταίο έκτακτο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις Βρυξέλλες, μετά τις παράλογες απαιτήσεις Τραμπ. Διάβαζα κάπου χθες ότι οι παράλογες αυτές απαιτήσεις ανέδειξαν για μία ακόμη φορά το μπάχαλο της ευρωπαϊκής οικογένειας. Συμμερίζεστε αυτήν την εκτίμηση;
 
Χρήστος Χατζηεμμανουήλ: Όχι, αυτό δεν θα το δεχθώ. Αντιθέτως, ακριβώς αυτή η προκλητικότητα οδήγησε σε συσπείρωση της Ευρώπης σε βαθμό που δεν έχουμε δει [κατά το παρελθόν] – τουλάχιστον σε επίπεδο λόγων. Κοιτάξτε: η Ευρώπη σε κάποια θέματα είναι συμπαγής – σε θέματα, τα οποία δεν θέτουν εν αμφιβόλω τη σχέση συγκεκριμένων κρατών με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό που πέτυχε ο Τραμπ ήταν να συσπειρώσει τις πλέον φιλοαμερικανικές ή νατοϊκές, αν θέλετε, δυνάμεις γύρω από την ευρωπαϊκή σημαία και να κάνει το ευρωπαϊκό μέτωπο πιο αρραγές. Προσέξτε, δεν λέω ότι είναι ένα μέτωπο όντως αρραγές· λέω ότι είναι περισσότερο από ό,τι ήταν προχθές. Να εξηγηθώ! Είπε η κυρία Λαγκάρντ, η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ότι αυτοί που μισούν (υπονοούσε τους Αμερικανούς) μας κάνουν καλό, γιατί μας επέτρεψαν να συσπειρωθούμε – και σε αυτό είχε δίκιο. 
Δεν βγήκαν επίσημα συμπεράσματα από τη σύνοδο κορυφής, η οποία ήταν άτυπη και είχε ουσιαστικά ως μοναδικό θέμα το πώς θα αντιμετωπιστεί αυτό το συγκεκριμένο πρόβλημα. Αλλά αν δείτε τις δηλώσεις που έγιναν, είναι εντυπωσιακές. Θα αναφερθώ μόνον σε μία. Όπως ξέρετε, μία από τις χώρες που είναι πιο φιλικές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, στενά δεμένη στο άρμα το νατοϊκό, όχι ιδιαιτέρως ενθουσιώδης –ή, για την ακρίβεια, καθόλου ενθουσιώδης– ως προς το ζήτημα της απόκτησης στρατηγικής αυτονομίας από πλευράς της Ευρώπης, είναι η Πολωνία. Λοιπόν, είναι ενδιαφέρον πολύ ότι ο πρωθυπουργός της, ο κύριος Τουσκ, δήλωσε τα εξής - επιτρέψτε μου να σας διαβάσω δύο γραμμές και να τις μεταφέρω πρόχειρα: «Πάντοτε», λέει, «σεβόμασταν και δεχόμασταν την αμερικανική ηγεσία. Αλλά αυτό που χρειαζόμαστε σήμερα στην πολιτική μας είναι εμπιστοσύνη και σεβασμός μεταξύ των εταίρων μας εδώ» – ως «εδώ» εννοεί την Ευρώπη). «Όχι κυριαρχία, όχι εξαναγκασμός, δεν δουλεύει.» Το να παίρνει μια τέτοια ευθεία θέση η Πολωνία, να συντάσσεται, να δέχεται να επιβληθούν ενδεχομένως οικονομικές κυρώσεις κατά αμερικανικών εταιρειών… Να το κάνουν αυτό όλες οι χώρες… Να μιλάει στη Βουλή των Κοινοτήτων (θα μου πείτε, δεν είναι Ευρωπαϊκή Ένωση· ναι, αλλά είναι Ευρώπη!), ο πρωθυπουργός της Βρετανίας, ο Starmer, όταν μέχρι τώρα ήταν η αγγλική πολιτική εξάρτημα της αμερικανικής, και να τίθεται κάθετα εναντίον της στάσεως του Τραμπ στην Γροιλανδία… Να μιλάει πάλι χθες και να κάνει δηλώσεις, με τις οποίες αποδοκιμάζει ευθέως τους Αμερικανούς, και μάλιστα τον Πρόεδρο Trump, για το ότι υποβαθμίζει τη σημασία της ευρωπαϊκής παρουσίας στο Αφγανιστάν κατά τα προηγούμενα χρόνια… Αυτό κάτι λέει! Λέει ότι ακόμη και οι πιο στενοί σύμμαχοι των Αμερικανών βρίσκουν αδύνατον να συνταχθούν μαζί τους. 
Γιατί; Διότι αυτό τους δημιουργεί κόστος και στο εσωτερικό τους, για να είμαι πολύ ωμός. Δηλαδή, ένας ευρωπαίος πολιτικός, που θεωρούσε ότι με τη στήριξη των Αμερικανών έχει καλύτερη μοίρα, το σκέφτεται δύο φορές, όταν βλέπει ότι αυτό κοστίζει… Συνεπώς, είναι, αφ’ ενός μεν, η συνειδητοποίηση ότι τα πράγματα πρέπει να αλλάξουν προς όφελος της Ευρώπης, αλλά νομίζω ότι είναι [αφ’ ετέρου] και η συνειδητοποίηση από πλευράς πολλών ευρωπαίων πολιτικών ότι η νατοϊκή τους προσήλωση ενδεχομένως να τους στοιχίσει άμεσα στις κάλπες και να τους φέρει εκτός εξουσίας. 
Από την άλλη πλευρά, το να υπάρχει μία σύμπνοια ως προς τη στάση δεν σημαίνει ότι υπάρχει και μια αντίληψη για το πώς θα επιτύχουμε τους στόχους μας. Ούτε τα μέσα υπάρχουν αυτή τη στιγμή, ούτε η ικανότητα να αντιπαρατεθείς. Και γι’ αυτόν τον λόγο, οι ίδιοι ευρωπαίοι ηγέτες, οι οποίοι επέδειξαν αυτή την αλληλεγγύη, ας πούμε, προς το ευρωπαϊκό ιδεώδες, μόλις τους δόθηκε η ευκαιρία να απεμπλακούν από μία άμεση, σημερινή σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες χάρις σε αυτή την υποτιθέμενη συμφωνία, που κλείστηκε μεταξύ του Ρούττε και του Τραμπ, με ανακούφιση την δέχθηκαν… 
 
Γιάννης Θεοδόσης: Κύριε καθηγητά, μέσα σε αυτό το πλαίσιο το ΝΑΤΟ έχει ρόλο;
 
Χρήστος Χατζηεμμανουήλ: Το ΝΑΤΟ είναι οι μηχανές. Το ΝΑΤΟ ποτέ δεν υπήρξε μια μηχανή με σαφέστατους κανόνες. Στηριζόταν σε μία βασική αρχή, στην αρχή της αλληλοβοήθειας – ότι, δηλαδή, εάν ποτέ υποστεί επίθεση μία χώρα, θα σπεύσουν όλες οι υπόλοιπες να την βοηθήσουν. Στην πραγματικότητα, όμως, το ΝΑΤΟ στηριζόταν σε μια πάρα πολύ απλή ιδέα από το 1953 και μετά: στηριζόταν στην ιδέα ότι ο εχθρός προφανέστατα θα ήταν η Ρωσία, ότι ο εχθρός ενδεχομένως θα εισέβαλε στην Ευρώπη και ότι, αν εισέβαλε σε μία ευρωπαϊκή χώρα, και μάλιστα στη Δυτική Γερμανία ή την Αυστρία, θα αντιμετωπιζόταν ενδεχομένως με πυρηνικά όπλα. Ήταν η πυρηνική ασπίδα προστασίας, την οποία είχε υποσχεθεί ο John Foster Dulles, ο υπουργός Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών, στην δεκαετία του ’50. Και ήταν οι Αμερικανοί [εκείνοι], οι οποίοι προέτρεψαν και βοήθησαν και τους Ευρωπαίους –τους Γάλλους, εν προκειμένω– να αποκτήσουν πυρηνική δύναμη μετά το 1956. Όμως, εκεί δεν υπήρχε καμία αμφιβολία για την πολιτική βούληση των Αμερικανών!
Σήμερα όχι μόνον υπάρχει έλλειψη σαφούς στόχου – ποιος ακριβώς είναι ο εχθρός… Δεν ξέρουμε, ποιος ακριβώς είναι εχθρός. Αυτό που έχουμε κάνει τις τελευταίες δεκαετίες είναι απλώς να συσπειρωνόμαστε προκειμένου να επιτύχουμε κάποιους μακρινούς στόχους, ειρηνευτικούς, γενικές διακηρύξεις, κ.λπ., αλλά χωρίς να υπάρχει σαφής αντίληψη του γιατί είμαστε εδώ…. 
Το δεύτερο, όμως, είναι ότι σήμερα, εξ αιτίας της στάσεως των Αμερικανών σε μια σειρά από θέματα, δεν είμαστε βέβαιοι ότι, αν κάποιος υποστεί επίθεση, θα τον βοηθήσουν οι άλλοι – και όταν λέμε «οι άλλοι», ότι θα τον βοηθήσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, ότι θα προστρέξουν... Αντιθέτως, οι δηλώσεις οι αμερικανικές είναι δηλώσεις που λένε ότι «θα κρίνουμε τα πράγματα με το κομμάτι – αν θέλουμε έτσι, αν θέλουμε αλλιώς». 
Και από την άλλη πλευρά, σε ορισμένες περιοχές του κόσμου έχει αναπτυχθεί μια αντιπαράθεση μεταξύ Ευρωπαίων και Αμερικανών. Παράδειγμα: η Νότιος Αμερική στα οικονομικά ζητήματα. Βεβαίως, ως προς αυτό θα μου πείτε: «Δεν είναι ΝΑΤΟ.» Όχι, αλλά είναι τα μέλη του ΝΑΤΟ. Άρα, τα μέλη του ΝΑΤΟ εμφανίζονται διχασμένα σε ορισμένα ζητήματα οικονομικής τουλάχιστον [φύσεως], γεωοικονομίας, αν θέλετε, οικονομικής πολιτικής. Κι αυτό δημιουργεί περαιτέρω αμφιβολίες. 
Το 2017 είχε μιλήσει ο Πρόεδρος Μακρόν για πρώτη φορά για στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης. Σε επίπεδο ρητορικής, πολύ καλό αυτό… Επί του πεδίου λίγα πράγματα έγιναν, πολύ λίγα… Απλώς και μόνον αυξήθηκαν οι αμυντικές δαπάνες τα τελευταία δύο-τρία χρόνια στην Ευρώπη. Υπάρχει, όμως, μία αίσθηση κινδύνου, μία αίσθηση ότι χάνουμε έδαφος, μία αίσθηση ότι δεν είναι οι ευρωπαϊκές δυνάμεις πλέον στην πρώτη γραμμή και ότι πρέπει να υπάρξει μία συσπείρωση, προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα, αν ποτέ έλθουν. Το ζήτημα είναι, αν είμαστε σε θέση να ξεφύγουμε από τα μικρά και να ασχοληθούμε όντως, όχι μόνον στα λόγια, όχι μόνον ρητορικά, όχι μόνον μετά από μία σύνοδο κορυφής, με αυτό το ζήτημα. Και δυστυχώς, εδώ πρέπει να πω ότι την ίδια στιγμή που γινόταν η Σύνοδος Κορυφής, το Ευρωκοινοβούλιο, το οποίο υποτίθεται ότι είναι ο μπροστάρης της ευρωπαϊκής ενοποίησης, την έπληξε βαθύτατα με την ψήφο των ευρωβουλευτών –με πολύ μικρή πλειοψηφία, βέβαια– που έστειλε την οικονομική συμφωνία που θα γινόταν μεταξύ Ευρώπης και Νοτίου Αμερικής [(συμφωνία ΕΕ-Mercosur)] στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, για γνώμη υποτίθεται, αλλά στην πραγματικότητα για να κλωτσήσει δύο χρόνια πίσω τη συμφωνία. Δύο χρόνια καθυστέρησης – αλλά και δύο χρόνια που θα δυσαρεστήσουν ενδεχόμενους εταίρους, που η Ευρώπη τους χρειάζεται, αν θέλει να είναι μία μεγάλη και σοβαρή γεωοικονομική και γεωστρατηγική δύναμη.
 
Γιάννης Θεοδόσης: Κατάλαβα! Κάτι τελευταίο, κύριε καθηγητά: ουσιαστικά η ΚΕΠΠΑ, η Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας, είναι στα χαρτιά.
 
Χρήστος Χατζηεμμανουήλ: Κοιτάξτε, όχι ακριβώς!
 
Γιάννης Θεοδόσης: Χωρίς στρατιωτικό βραχίονα, και ισχυρό στρατιωτικό βραχίονα, μπορείς να επιβάλεις πολιτική;
 
Χρήστος Χατζηεμμανουήλ: Εδώ θέλω να σας πω: αυτό ήταν πάντα η απορία μου και η ένστασή μου. Σας ακούω! Και αντιλαμβάνομαι ότι για στρατιωτική πολιτική χρειάζεσαι καταρχήν τα μέσα. Αλλά το γεγονός είναι ότι οι Ευρωπαίοι – κάθε χώρα χωριστά έχει πολύ περισσότερα μέσα από ό,τι πριν από δύο χρόνια και, εν πάση περιπτώσει, στρέφεται στο να αποκτήσει όλο και περισσότερα μέσα. Η συνεργασία στην παραγωγή στρατιωτικού υλικού έχει προχωρήσει λιγότερο, αλλά και αυτή κάποια βήματα κάνει.
Εκεί, όμως, που εγώ έχω την ένσταση και την απορία είναι το εξής: στρατηγική δεν σημαίνει μόνον να έχεις μέσα. Στρατηγική σημαίνει ότι ξέρεις ποιος είναι ο στόχος, ποιος είναι ο αντίπαλος – δηλαδή, έχεις προτεραιοποιήσει τα ζητήματά σου, ξέρεις, ποια είναι η βασική αντιπαράθεση· και ότι έχεις και μία στρατηγική για το πώς θα χρησιμοποιήσεις τα μέσα που βρίσκονται στη διάθεσή σου για να επιτύχεις αυτόν τον στόχο. Το πρόβλημα με την Ευρώπη είναι το εξής: ότι, εκτός των άλλων, ναι, έχει βγάλει τα τελευταία χρόνια αυτό που λέγεται «Στρατηγική Πυξίδα», 
που είναι οι δηλώσεις της για το πώς βλέπει η Ευρωπαϊκή Ένωση τον ρόλο της στον κόσμο και τις προτεραιότητές της. Εάν διαβάσετε αυτά τα δύο κείμενα που έχουν βγει, το αρχικό και το ανανεωμένο [(δηλαδή, την Έκθεση Προόδου για το 2024)], θα φρίξετε. ΟΙ προτεραιότητες είναι τα πάντα όλα! Είναι οτιδήποτε, σε οποιαδήποτε γωνία του κόσμου, οποιοδήποτε θέμα, από το περιβάλλον μέχρι την προστασία της νυφίτσας στην Γροινλανδία, ας πούμε – αστειεύομαι, έτσι; Όμως, τα πάντα είναι «προτεραιότητες». Εάν τα πάντα είναι προτεραιότητες, τίποτε δεν είναι προτεραιότητα. 
Τι κρύβει η έλλειψη στρατηγικού στόχου; Ότι δεν έχουμε ομονοήσει στο εάν κινδυνεύουμε και από πού. Εάν η Κίνα είναι οικονομικός εχθρός, και εάν ενδεχομένως η κινέζικη κατασκοπεία [αποτελεί] πρόβλημα, εαν η Αμερική είναι δυνητικός αντίπαλος, εαν πρέπει να είμαστε όλοι μαζί με την Αμερική στο ΝΑΤΟ ή να έχουμε στρατηγική αυτονομία. Τι πρέπει να γίνει στην Βόρεια Αφρική, στο Σαχέλ, όπου οι Γάλλοι έχασαν όλη τη ζώνη του Σαχέλ – αυτό είναι κάτι που έχει περάσει κάτω από το ραντάρ, αλλά είναι τρομερά επικίνδυνο για την Ευρώπη, και κανένας δεν το προσέχει. Γι’ αυτά δεν έχει να πει τίποτε η Στρατηγική Πυξίδα. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι μόνον να αποκτήσουμε τα μέσα. Είναι να αποκτήσουμε, πρώτον, τη βούληση να έχουμε στρατηγική αυτονομία και στρατηγική ενότητα, αλλά, [δεύτερον,] να έχουμε και στρατηγική, όμως. Να ξέρουμε σε τι αποσκοπούμε και ποια είναι η βασική μας προτεραιότητα. Και αυτό δεν το έχουμε. Αυτό μπορεί να μας βοηθήσει ο Πρόεδρος Τραμπ να το αποκτήσουμε...
 
Γιάννης Θεοδόσης: Σωστό, σωστό... Κάτι τελευταίο: τι απαντάτε ότι στην τελευταία συνάντηση Τραμπ-Πούτιν είχαμε μία νέα Γιάλτα;
 
Χρήστος Χατζηεμμανουήλ: Κοίταξε, ιδού ένας κίνδυνος! Όταν είσαι μια ήπειρος, η οποία θέλει πολυμερείς σχέσεις, ένα διεθνές σύστημα, όταν αίφνης έχουμε τέτοιου τύπου κινήσεις, αυτό τουλάχιστον σου δείχνει ότι –ασχέτως του πόσο θα αντέξει ο Τραμπ, γιατί σε έναν χρόνο από σήμερα μπορεί να είναι «κουτσή πάπια», όπως λένε στην Αμερική, γιατί θα έχει χάσει το Κογκρέσο…
 
Γιάννης Θεοδόσης: Τις ενδιάμεσες [εκλογές]...
 
Χρήστος Χατζηεμμανουήλ: Ναι, βέβαια! Και επίσης, τότε θα αρχίσουν να στέφονται εναντίον του οι σημερινοί του σύμμαχοι! Οι Ρεπουμπλικάνοι που δεν τολμούν να πουν «κιχ» σήμερα, διότι έχει πλήρη πολιτική κυριαρχία στο χώρο του, μπορεί να αρχίσουν να διαφοροποιούνται… 
Όμως, μένω σε αυτό που με ρωτήσατε: Το γεγονός ότι η υπερδύναμη μπορεί να συμφωνήσει με κάποιον ο οποίος ήταν ο βασικός «κακός» του διεθνούς σκηνικού, λόγω του πολέμου στην Ουκρανία πριν από τέσσερα χρόνια, και σήμερα γίνεται συνομιλητής τους, ενώ εσύ, που συνεχίζεις υποτίθεται να αντιπαρατίθεσαι μαζί του, έχεις μείνει έξω από το δωμάτιο, αυτό είναι άκρως ανησυχητικό. Δείχνει ότι πλέον οι κίνδυνοι δεν οφείλονται μόνον στην κατάρρευση ορισμένων κρατών, σε ισλαμικές τρομοκρατίες, ή στην αποδιάρθρωση του Σαχέλ ή της Μέσης Ανατολής, και τα λοιπά, αλλά ότι στο υψηλότατο επίπεδο, στο επίπεδο το κεντρικό, τίθενται εν αμφιβόλω ακόμη και οι βασικοί θεσμοί – ο ΟΗΕ, το Συμβούλιο Ασφαλείας, και τα λοιπά… Και αυτό είναι πολύ ανησυχητικό…
 
Γιάννης Θεοδόσης: Κύριε καθηγητά, ευχαριστώ για την επικοινωνία! Χάρηκα που σας άκουσα…  
 
Χρήστος Χατζηεμμανουήλ: Εγώ σας ευχαριστώ! Να είστε καλά! Καλημέρα σας! 
 
Γιάννης Θεοδόσης: Καλή σας ημέρα. Συζητούσαμε με τον καθηγητή στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, τον κύριο Χρήστο Χατζηεμμανουήλ.-

Δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ, στη διεύθυνση:
https://www.tovima.gr/print/opinions/zeitenwende-lfto-2026-os-geopolitiko-simeio-kampiscr/

Οι σφαίρες επιρροής, ο διχασμός της Δύσης και η Ελλάδα

Τον Φεβρουάριο του 2022, ο γερμανός καγκελάριος Ολαφ Σολτς χρησιμοποίησε τον όρο Zeitenwende (αλλαγή εποχής) για να περιγράψει τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Το σοκ για την Ευρώπη ήταν αναμφισβήτητο. Για πρώτη φορά μετά το 1945, μεγάλης κλίμακας πόλεμος επέστρεφε στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Με την απόσταση του χρόνου όμως γίνεται σαφές ότι το 2022 δεν αποτέλεσε το σημείο καμπής όπως αρχικά πιστεύτηκε.

Το διεθνές σύστημα κλονίστηκε, αλλά δεν μετασχηματίστηκε ριζικά. Η Δύση αντέδρασε συντονισμένα υπό αμερικανική ηγεσία. Η συνοχή της Ατλαντικής Συμμαχίας διατηρήθηκε. Η μεταπολεμική διεθνής τάξη, βασισμένη σε κανόνες, επιβίωσε, τουλάχιστον σε επίπεδο ρητορικής. Το 2022 επιτάχυνε ήδη υπάρχουσες τάσεις, χωρίς να τις ανατρέψει.

Η πραγματική Zeitenwende έρχεται τώρα, στα τέλη του 2025 και στις αρχές του 2026, καθώς εισερχόμαστε στο δεύτερο τέταρτο του 21ου αιώνα. Πρώτα με τη δημοσίευση της νέας αμερικανικής Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας. Και αμέσως μετά με τη μετάβαση από τα λόγια στα έργα. Η ωμή αμερικανική επέμβαση στη Βενεζουέλα δεν είναι άλλο ένα επεισόδιο περιφερειακής έντασης· είναι το σύμβολο της νέας γεωπολιτικής εποχής.

Για πρώτη φορά από το 1945, οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκαταλείπουν ανοιχτά την παραδοχή ότι η διεθνής τάξη βασίζεται σε κανόνες που δεσμεύουν και τον ίδιο τον ηγεμόνα. Αντί να παρακάμπτουν επιλεκτικά τους κανόνες όπως έκαναν έως τώρα, στρέφονται ευθέως εναντίον της μεταπολεμικής τάξης που οι ίδιες οικοδόμησαν. Το μήνυμα είναι σαφές: όταν οι κανόνες δεν εξυπηρετούν πλέον τα συμφέροντα της ηγεμονικής δύναμης, αναστέλλονται.

Δεν πρόκειται για μεμονωμένη εξαίρεση αλλά για καθολική ρήξη. Το διεθνές σύστημα μεταβαίνει σε ένα περιβάλλον αναρχίας και ανομίας. Το αποτέλεσμα είναι οξυμμένος ανταγωνισμός, παρατεταμένη στρατηγική αστάθεια και αυξανόμενη πιθανότητα στρατιωτικών συγκρούσεων.

Η επιστροφή των σφαιρών επιρροής

Πρώτο χαρακτηριστικό της νέας εποχής είναι η ανοιχτή επιστροφή της λογικής των σφαιρών επιρροής. Η Ουάσιγκτον επαναφέρει το Δόγμα Μονρόε όχι ως ιστορικό κατάλοιπο αλλά ως ενεργή στρατηγική επιλογή. Η νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας κωδικοποιεί την αποκαλούμενη «προσθήκη Τραμπ»: το Δυτικό Ημισφαίριο ορίζεται ως αποκλειστική ζώνη αμερικανικής επιρροής, όπου η παρουσία τρίτων δυνάμεων δεν είναι απλώς ανεπιθύμητη αλλά αντιμετωπίζεται ως απειλή που πρέπει να εξοστρακιστεί.

Πρόκειται για αναβίωση της «διπλωματίας των κανονιοφόρων», προσαρμοσμένης στα σύγχρονα μέσα ισχύος: κυρώσεις, οικονομική πίεση, πολιτική υπονόμευση και επιχειρήσεις πληροφόρησης. Η Βενεζουέλα μπορεί να εξελιχθεί σε πρότυπο εξαναγκασμού κρατών υπό την απειλή χρήσης ένοπλης βίας. Ταυτόχρονα μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο απομάκρυνσης της κινεζικής οικονομικής παρουσίας από τη Λατινική Αμερική.

Το μήνυμα δεν απευθύνεται μόνο στο Καράκας. Αφορά χώρες που έχουν ενταχθεί σε κινεζικά δίκτυα υποδομών και χρηματοδότησης, από τον Παναμά και το Περού έως τη Βολιβία. Ακόμη και μεγάλες περιφερειακές δυνάμεις όπως η Βραζιλία ή το Μεξικό δύσκολα μπορούν να αγνοήσουν ότι η γεωπολιτική ανοχή των ΗΠΑ έχει πλέον σαφή όρια.

Το δίκοπο μαχαίρι των σφαιρών επιρροής

Ο,τι πράττει σήμερα η Ουάσιγκτον στη Βενεζουέλα προσφέρει όμως άλλοθι στο Πεκίνο και τη Μόσχα. Από κινεζική σκοπιά, η Ταϊβάν θεωρείται πολύ περισσότερο «εσωτερική υπόθεση» της Κίνας απ’ ό,τι η Βενεζουέλα μπορεί να θεωρηθεί αποκλειστική αμερικανική σφαίρα επιρροής. Η επίκληση των σφαιρών επιρροής λειτουργεί ως δίκοπο μαχαίρι: ό,τι «νομιμοποιεί» αμερικανικές παρεμβάσεις στη Λατινική Αμερική αποδυναμώνει τα αμερικανικά επιχειρήματα στην Ανατολική Ασία.

Τίποτε συνεπώς δεν θα εμποδίσει το Πεκίνο να χρησιμοποιήσει στο μέλλον ανάλογα επιχειρήματα για την Ταϊβάν ή τη Νότια Σινική Θάλασσα. Εκεί ακριβώς εντοπίζεται ο κίνδυνος κλιμάκωσης. Η κινεζική προσπάθεια ελέγχου της Νότιας Σινικής Θάλασσας – απ’ όπου διέρχεται περίπου το ένα τρίτο του παγκόσμιου εμπορίου – και της Ταϊβάν, κρίσιμου κόμβου παραγωγής προηγμένων ημιαγωγών, συγκρούεται άμεσα με ζωτικά αμερικανικά συμφέροντα. Η πιθανότητα στρατιωτικής σύγκρουσης δεν μπορεί να αποκλειστεί.

Η Ιστορία δείχνει ότι όταν επικαλύπτονται ζώνες επιρροής, ο πόλεμος γίνεται εξαιρετικά πιθανός. Το είδαμε στην Ουκρανία, όπου η ρωσική προσπάθεια επέκτασης της επιρροής οδήγησε σε παρατεταμένο πόλεμο φθοράς. Το είδαμε και πριν από έναν αιώνα, όταν οι συγκρουόμενες αυτοκρατορικές φιλοδοξίες των ευρωπαϊκών δυνάμεων οδήγησαν στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο διχασμός της Δύσης

Δεύτερο χαρακτηριστικό της νέας εποχής είναι ο πρωτοφανής διχασμός της Δύσης. Η αμερικανική απαγκίστρωση από την Ευρώπη δεν είναι απειλή· έχει ήδη ξεκινήσει. Η ρητορική της νέας Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας και η μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ανατολική Ευρώπη, εν μέσω του πολέμου στην Ουκρανία, στέλνουν μήνυμα που καμία ευρωπαϊκή πρωτεύουσα δεν μπορεί να αγνοήσει: η αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας δεν είναι πλέον δεδομένη. Η Ευρώπη βρίσκεται πλέον χαμηλά στην αμερικανική ιεράρχηση συμφερόντων.

Σε αυτό το πλαίσιο αναδύεται ένα σενάριο που μέχρι πρόσφατα θα φάνταζε απίθανο: η διάλυση του ΝΑΤΟ. Αν οι ΗΠΑ προχωρήσουν σε μονομερείς κινήσεις που θίγουν ευρωπαϊκά εδαφικά συμφέροντα, όπως μια επιθετική διεκδίκηση της Γροιλανδίας, το θεσμικό υπόβαθρο της Συμμαχίας κλονίζεται. Καμία συμμαχία δεν επιβιώνει όταν το ισχυρότερο μέλος της ενεργεί εις βάρος ασθενέστερων συμμάχων.

Παράλληλα οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν πλέον την Ευρωπαϊκή Ενωση όχι ως στρατηγικό εταίρο αλλά ως γεωοικονομικό ανταγωνιστή. Δασμοί, βιομηχανικές επιδοτήσεις, ενεργειακός ανταγωνισμός και πολιτική παρέμβαση στις ευρωπαϊκές πολιτικές εξελίξεις υπονομεύουν τη συνοχή της ΕΕ. Η αμερικανική εχθρότητα απέναντι στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν είναι συγκυριακή αλλά δομική. Χωρίς αξιόπιστο ΝΑΤΟ και με μια ΕΕ που αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα συνοχής, η Ευρώπη χάνει το θεσμικό δίχτυ ασφαλείας που της επέτρεψε επί δεκαετίες να ευημερήσει. Σε αυτό το περιβάλλον η στρατηγική αυτονομία παύει να είναι σύνθημα και γίνεται αναγκαιότητα – με περιορισμένες όμως πιθανότητες επιτυχίας.

Επιστροφή στον ανταγωνισμό ελέγχου πλουτοπαραγωγικών πόρων

Τρίτο χαρακτηριστικό της νέας εποχής είναι η επιστροφή σε μια μορφή σύγχρονου ιμπεριαλισμού πόρων. Στην περίπτωση της Βενεζουέλας ο καθοριστικός παράγοντας της αμερικανικής εμπλοκής είναι η ενέργεια – κάτι που ο ίδιος ο πρόεδρος Τραμπ δεν επιχείρησε να αποκρύψει. Το πετρέλαιο της χώρας είναι στρατηγικός πόρος σε μια περίοδο εκρηκτικής αύξησης της ενεργειακής ζήτησης λόγω της τεχνητής νοημοσύνης και των κέντρων δεδομένων. Με δεδομένα τα όρια της σχιστολιθικής παραγωγής στις ΗΠΑ, τα τεράστια αποθέματα της Βενεζουέλας, τα μεγαλύτερα στον πλανήτη, επανέρχονται στο επίκεντρο της αμερικανικής στρατηγικής.

Για μεγάλο μέρος του παγκόσμιου Νότου η υπόθεση της Βενεζουέλας εκλαμβάνεται ως κλασικό παράδειγμα αρπαγής πόρων – αφήγημα που οι αντίπαλοι των ΗΠΑ θα επιχειρήσουν αναμφίβολα να αξιοποιήσουν. Σε κάθε περίπτωση ο ανταγωνισμός για τον έλεγχο πλουτοπαραγωγικών πόρων αυξάνει τον κίνδυνο σύγκρουσης.

Τι σημαίνει η αλλαγή εποχής για την Ελλάδα

Η υπόθεση της Βενεζουέλας δεν είναι ένα μακρινό γεωπολιτικό επεισόδιο. Αποτυπώνει τη μετάβαση σε έναν κόσμο όπου έχουν χαμηλώσει οι περιορισμοί στη χρήση ένοπλης βίας. Σε αυτό το περιβάλλον τα κράτη που βρίσκονται στις ζώνες επιρροής μεγάλων ή περιφερειακών δυνάμεων εκτίθενται στον μεγαλύτερο κίνδυνο.

Για την Ελλάδα το μήνυμα είναι σαφές. Σε μια εποχή αναβίωσης των σφαιρών επιρροής και με μια Τουρκία που διατυπώνει ανοιχτά φιλοδοξίες αναθεώρησης και αυτοκρατορικής ανασύστασης, τα όρια των διεθνών θεσμών και του διεθνούς δικαίου γίνονται εμφανή. Η ελληνική στρατηγική οφείλει να προσαρμοστεί σε μια πραγματικότητα όπου η ασφάλεια δεν εξασφαλίζεται με ευχολόγια αλλά με αξιόπιστη αποτροπή και στοχευμένες συμμαχίες με κράτη που αντιμετωπίζουν αντίστοιχες απειλές.

Η Zeitenwende είναι η νέα γεωπολιτική πραγματικότητα. Και για την Ευρώπη και για την Ελλάδα το κόστος της μη προσαρμογής μπορεί να αποδειχθεί καταστροφικό.

Ποιος θα πληρώσει τελικά την κρίση στο Ιράν - Η εσωτερική πίεση που απειλεί να διαχυθεί στις αγορές ενέργειας και στις περιφερειακές ισορροπίες

Τα κύματα μαζικών διαδηλώσεων στο Ιράν τείνουν να εμφανίζονται εκεί που δεν τα περιμένει κανείς. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Συνήθως αποτελούν την εκτόνωση πιέσεων που συσσωρεύονται επί χρόνια. Το τωρινό κύμα διαδηλώσεων ακολουθεί αυτό το μοτίβο. Η αφορμή ήταν η ραγδαία νομισματική υποτίμηση που οδήγησε το ιρανικό νόμισμα σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, διαβρώνοντας σχεδόν εν μια νυκτί την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και καθιστώντας βασικά αγαθά απρόσιτα. Το οικονομικό αυτό σοκ μετέτρεψε την υπολανθάνουσα δυσαρέσκεια σε κινητοποίηση στους δρόμους, αρχικά στα εμπορικά κέντρα και στη συνέχεια σε πόλεις σε ολόκληρη τη χώρα.

Ωστόσο, η έκταση και η γεωγραφική διασπορά των διαδηλώσεων δεν μπορούν να εξηγηθούν μόνο από την κατάρρευση του νομίσματος. Αντανακλούν τη σωρευτική επίδραση των διεθνών κυρώσεων από το 2012 και μετά, του πληθωρισμού που υπερβαίνει το 40% και της χρόνιας κακοδιαχείρισης της οικονομίας. Αντανακλούν επίσης την αποδυνάμωση της εικόνας του καθεστώτος μετά τις περσινές ισραηλινές και αμερικανικές επιθέσεις στον λεγόμενο «πόλεμο των δώδεκα ημερών». Έτσι, οι αρχικές κινητοποιήσεις με αιτήματα οικονομικής φύσεως γρήγορα εξελίχθηκαν σε ευθεία πολιτική αμφισβήτηση του καθεστώτος.

Αυτό που καθιστά την ιρανική κρίση γεωπολιτικά κρίσιμη δεν είναι η ένταση της εσωτερικής δυσαρέσκειας, αλλά το γεγονός ότι εκδηλώνεται σε ένα κράτος-κόμβο (pivotal state). Το Ιράν βρίσκεται στη διασταύρωση του Περσικού Κόλπου, της Ανατολικής Μεσογείου, της Κεντρικής Ασίας και του Καυκάσου. Ελέγχει ή επηρεάζει ενεργειακές ροές, θαλάσσια στενά και χερσαίους διαδρόμους. Η αστάθεια στο εσωτερικό του δεν παραμένει εσωτερική· διαχέεται ακτινωτά, επηρεάζοντας πολλαπλά γεωπολιτικά υποσυστήματα ταυτόχρονα.

Η χρονική συγκυρία έχει επίσης σημασία. Το Ιράν απορροφά ταυτόχρονα πολλαπλά σοκ: παρατεταμένες κυρώσεις, μεταπανδημική οικονομική πίεση, περιφερειακή ανασφάλεια και μια δημογραφική μετάβαση προς νεότερες γενιές, για τις οποίες η επανάσταση του 1979 —που εγκαθίδρυσε το θεοκρατικό καθεστώς— αποτελεί μακρινό παρελθόν. Οι πιέσεις αυτές ενισχύονται από τις εξωτερικές προσπάθειες των ΗΠΑ και του Ισραήλ να αποδυναμώσουν και, εν τέλει, να αλλάξουν το θεοκρατικό καθεστώς.

Πίεση χωρίς ρήξη: Τα ενδεχόμενα και η γεωπολιτική τους σημασία

Παρά την ένταση της κρίσης, η ιστορική εμπειρία είναι σαφής: η κοινωνική αναταραχή δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με επανάσταση. Οι επαναστάσεις προϋποθέτουν εναλλακτική εξουσία, ρήγματα στις ελίτ και μεταφορά στον έλεγχο των μηχανισμών βίας. Τίποτε από αυτά δεν διαφαίνεται σήμερα. Οι βασικοί κρατικοί μηχανισμοί του καθεστώτος παραμένουν συμπαγείς. Οι διαδηλώσεις είναι κατακερματισμένες, χωρίς ενιαία ηγεσία και χωρίς σαφές πολιτικό πρόγραμμα. Δεν έχει αναδυθεί, προς το παρόν, ένα εναλλακτικό κέντρο εξουσίας.

Ένα πιθανό, λοιπόν, σενάριο είναι η επιβίωση του καθεστώτος προς το παρόν, μέσω καταστολής σε συνδυασμό με επιλεκτικές οικονομικές παραχωρήσεις. Από γεωπολιτική σκοπιά, ένα τέτοιο αποτέλεσμα διατηρεί το Ιράν ως περιφερειακό παίκτη: αποδυναμωμένο μεν, αλλά ακόμη ικανό να προβάλλει ισχύ με ασύμμετρα μέσα στη Μέση Ανατολή και τον Κόλπο.

Μια δεύτερη εκδοχή είναι η αλλαγή εντός του καθεστώτος και όχι η αλλαγή καθεστώτος. Η παρατεταμένη εσωτερική και εξωτερική πίεση θα μπορούσε να επιταχύνει τη μετατόπιση από την κληρική κυριαρχία προς μια πιο εθνικιστική, στρατοκεντρική ηγεσία. Μια τέτοια αναπροσαρμογή δεν θα φιλελευθεροποιούσε το σύστημα· θα επιχειρούσε όμως να θεμελιώσει τη νομιμοποίηση της εξουσίας λιγότερο στην επαναστατική ιδεολογία και περισσότερο στην κυριαρχία, την τάξη και την αντίσταση στις αμερικανικές και ισραηλινές πιέσεις.

Η τρίτη εκδοχή —η επαναστατική ανατροπή— παραμένει θεωρητικά εφικτή αλλά πρακτικά απίθανη. Η αντιπολίτευση στερείται οργανωτικής συνοχής, στήριξης από τις πολιτικές και κοινωνικές ελίτ και ελέγχου των καταναγκαστικών μηχανισμών. Η εξωτερική ενθάρρυνση από τις ΗΠΑ μπορεί να ενισχύσει την εσωτερική αναταραχή· δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει την εξουσία.

Οικονομικός πόλεμος και η λογική της Ουάσιγκτον

Η οικονομική εκστρατεία πίεσης της Ουάσιγκτον ενδέχεται να αποδειχθεί πιο καθοριστική από τα στρατιωτικά πλήγματα. Η ανακοίνωση άμεσων δασμών 25% σε κάθε χώρα που συναλλάσσεται με το Ιράν συνιστά σοβαρή ποιοτική κλιμάκωση του οικονομικού πολέμου.

Στόχος δεν είναι απλώς η οικονομική ασφυξία της Τεχεράνης, αλλά η αποτροπή τρίτων από το να συναλλάσσονται με το Ιράν, η αποκοπή του από τη διεθνή οικονομία και η ενίσχυση εσωτερικών φυγόκεντρων τάσεων.

Η κατάρρευση του ριάλ το 2025 υπήρξε ο καταλύτης της σημερινής αναταραχής. Το νόμισμα έχασε πάνω από το 80% της αξίας του μέσα σε έναν χρόνο. Η προοπτική δευτερογενών κυρώσεων απειλεί να αποκόψει τις εναπομείνασες εμπορικές σχέσεις της χώρας, εντείνοντας την εσωτερική πίεση. Για το καθεστώς, αυτό προοιωνίζεται έναν αργό στραγγαλισμό, ακόμη κι αν δεν προκύψει άμεση πολιτική ανατροπή.

Ενέργεια, στενά και το δίλημμα του Ορμούζ

Εδώ η κλασική γεωπολιτική αναδεικνύεται με τη μεγαλύτερη σαφήνεια.Το Ιράν ελέγχει ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος. Περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου ενέργειας διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ. Η γεωγραφία αυτή δεν είναι τυχαία· αποτελεί το ισχυρότερο διαρθρωτικό πλεονέκτημα της Τεχεράνης. Το Ιράν έχει επανειλημμένως απειλήσει με κλείσιμο ή παρεμπόδιση της ναυσιπλοΐας υπό συνθήκες υπαρξιακής πίεσης. Ιστορικά, οι απειλές αυτές λειτουργούσαν κυρίως ως αποτρεπτικά εργαλεία· υπό συνθήκες παρατεταμένου οικονομικού πολέμου, όμως, ο στρατηγικός υπολογισμός της Τεχεράνης ενδέχεται να αλλάξει.

Το πλήρες κλείσιμο των στενών θα προκαλούσε ισχυρές διεθνείς αντιδράσεις και, συνεπώς, είναι απίθανο ως πρώτο βήμα. Πιο ρεαλιστικές είναι οι επιλεκτικές μορφές διατάραξης της ναυσιπλοΐας: παρενοχλήσεις πλοίων, κατασχέσεις δεξαμενόπλοιων, χρήση drones, καθώς και επιθέσεις με ασαφή προέλευση. Πρόκειται για κινήσεις που δεν κλείνουν το στενό, αλλά το καθιστούν απρόβλεπτο, ακριβό και, εντέλει, επικίνδυνο.

Οι αγορές ενέργειας είναι εξαιρετικά ευαίσθητες σε τέτοιες καταστάσεις. Ακόμη και περιορισμένες διαταραχές μπορούν να έχουν δυσανάλογες επιπτώσεις. Οι ιρανικές εξαγωγές δεν έχουν σημασία μόνο ως όγκος, αλλά και επειδή κατευθύνονται κυρίως στην Ασία.

Για την Κίνα, η έκθεση είναι στρατηγική. Το Ιράν αποτελεί σημαντικό προμηθευτή φθηνού πετρελαίου. Η απώλεια της ιρανικής αγοράς —μετά την απώλεια της αγοράς της Βενεζουέλας— θα αύξανε το κόστος και θα επηρέαζε τη διάρθρωση ολόκληρου του ενεργειακού της χαρτοφυλακίου. Η διαφοροποίηση προμηθευτών μειώνει, αλλά δεν εξαλείφει, την τρωτότητα. Το Πεκίνο επιθυμεί σταθερότητα· οι δυνατότητές του, όμως, να προστατεύσει το Ιράν από την αμερικανική επιβολή κυρώσεων είναι περιορισμένες, εάν όχι ανύπαρκτες.

Περιφερειακές επιπτώσεις

Για το Ισραήλ, η αποσταθεροποίηση του Ιράν αποτελεί περισσότερο ευκαιρία παρά απειλή. Στρατηγικός στόχος της Ιερουσαλήμ είναι η αποσταθεροποίηση του καθεστώτος και η αποδυνάμωση του Ιράν και των συμμάχων του (όπως Χεζμπολλάχ, Χούθι). Ένα αποδυναμωμένο Ιράν μειώνει την πίεση που μπορεί να ασκηθεί στο Ισραήλ σε πολλαπλά περιφερειακά μέτωπα. Η λογική αυτή, στην ακραία της μορφή, επεκτείνεται από την αποδυνάμωση του καθεστώτος στην κατάρρευση του κράτους. Ένα κατακερματισμένο Ιράν —στα πρότυπα της Λιβύης— θα έπαυε να αποτελεί σημαντικό περιφερειακό αντίπαλο.

Η Τουρκία, αντίθετα, θα αντιμετώπιζε ταυτόχρονα κινδύνους αλλά και ευκαιρίες. Η αστάθεια στα ανατολικά σύνορά της αυξάνει τις πιέσεις, μεταξύ άλλων και μέσω μεταναστευτικών ροών. Όμως μια αποδυνάμωση ή διάσπαση του Ιράν θα ενίσχυε τον γεωπολιτικό ρόλο της Άγκυρας ως ενεργειακού κόμβου και παρόχου σταθερότητας στη Μέση Ανατολή, στον Καύκασο και στην Κεντρική Ασία. Η κατάρρευση του Ιράν δεν θα παρήγαγε μόνο αταξία· θα ανακατανεμούσε ισχύ.

Οι χώρες του Κόλπου βλέπουν θετικά την πίεση προς την Τεχεράνη, αλλά όχι την παρατεταμένη αστάθεια. Η διατάραξη ενεργειακών ροών και θαλάσσιων οδών πλήττει πρώτα τους ίδιους, ενώ δημιουργεί ένα περιβάλλον υψηλού γεωπολιτικού ρίσκου για επενδύσεις.

Μεγάλες δυνάμεις απέναντι στο Ιράν

Οι μεγάλες δυνάμεις μπορούν να επηρεάσουν, αλλά όχι να ελέγξουν, τις εξελίξεις. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη, χωρίς όμως να αναλάβουν την ευθύνη στρατιωτικής επέμβασης στο Ιράν. Τα κύρια εργαλεία που έχουν χρησιμοποιήσει είναι πολιτική αποσταθεροποίηση, ψυχολογικές επιχειρήσεις και οικονομικές πιέσεις. Η Ουάσιγκτον έχει απειλήσει να εξαπολύσει στρατιωτικά πλήγματα, αλλά αυτό μάλλον θα οδηγήσει σε συσπείρωση —αυξάνοντας τη συνοχή του καθεστώτος— παρά σε αποσυσπείρωση. Για να αποτρέψει τέτοια στρατιωτικά πλήγματα, η Τεχεράνη απειλεί να εξαγάγει χάος στην περιοχή του Κόλπου και της Μέσης Ανατολής.

Η Κίνα έχει περιορισμένα περιθώρια ελιγμών, παρότι γνωρίζει ότι οι γεωπολιτικές αναταράξεις στρέφονται, σε μεγάλο βαθμό, εναντίον της. Θα δώσει προτεραιότητα στη σταθερότητα, αποφεύγοντας την άμεση σύγκρουση με τους μηχανισμούς επιβολής των αμερικανικών κυρώσεων.

Ο ρόλος της Ρωσίας δεν πρέπει να υπερεκτιμάται. Η Μόσχα είναι στρατηγικά απορροφημένη από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Δεν προσέφερε ουσιαστική βοήθεια στο Ιράν κατά τις περσινές αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις στο πυρηνικό του πρόγραμμα, όπως δεν παρενέβη αποφασιστικά ούτε στη Βενεζουέλα, παρά τις στενές σχέσεις με το καθεστώς Μαδούρο. Η ρητορική σύμπλευση δεν μεταφράζεται σε επιχειρησιακή δέσμευση όταν το κόστος της εμπλοκής είναι μεγάλο. Σε περίπτωση κλιμάκωσης της αστάθειας στο Ιράν, η άμεση ρωσική παρέμβαση είναι απίθανη.

Πέρα από την κατάρρευση του καθεστώτος: O κίνδυνος διάλυσης του κράτους

Ένα χαμηλής πιθανότητας αλλά υψηλού αντίκτυπου σενάριο αξίζει προσοχής. Αν η αναταραχή εξελιχθεί σε παρατεταμένο χάος και η κεντρική εξουσία του Ιράν καταρρεύσει, φυγόκεντρες πιέσεις θα μπορούσαν να εκδηλωθούν ταχύτατα. Εθνοτικές και περιφερειακές ταυτότητες που επί δεκαετίες συγκρατούνται από το κράτος —ιδίως των Αζέρων, αλλά και των Κούρδων και των Βαλούχων— ενδέχεται να πολιτικοποιηθούν. Οι αποσχιστικές δυναμικές παραμένουν απίθανες υπό κανονικές συνθήκες, αλλά σε περιβάλλον απουσίας λειτουργικού κέντρου και ευνοϊκής γεωπολιτικής συγκυρίας δεν μπορούν να αποκλειστούν. Μια τέτοια εξέλιξη θα σήμαινε όχι απλώς το τέλος της Ισλαμικής Δημοκρατίας, αλλά τη διάσπαση του ίδιου του ιρανικού κράτους.

Η αναταραχή στο Ιράν έχει σημασία όχι επειδή προαναγγέλλει άμεση αλλαγή καθεστώτος, αλλά επειδή ενδέχεται να αποτελέσει πρόδρομο σημαντικών γεωπολιτικών ανακατατάξεων: με διάχυση στις αγορές ενέργειας, στις θαλάσσιες μεταφορές και στις περιφερειακές ισορροπίες.

Ο καθηγητής Στρατηγικής Αθανάσιος Πλατιάς εξηγεί στη Βασιλική Σιούτη για τη LiFO, γιατί η νέα στρατηγική εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ σηματοδοτεί το τέλος της μεταπολεμικής φιλελεύθερης διεθνούς τάξης και πώς αυτή επηρεάζει την Ευρώπη και την Ελλάδα.

Ακουστε τη συζήτηση στον ακόλουθο σύνδεσμο:
https://www.lifo.gr/podcasts/lifo-politics/i-benezoyela-kai-oi-synepeies-gia-eyropi-kai-ellada